"Vessa - A Historic Village

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ (To dendro pou pligoname) (The Τree we Hurt) του Δήμου Αβδελιώδη


ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ: Δήμος Αβδελιώδης
ΣΕΝΑΡΙΟ: Δήμος Αβδελιώδης
ΧΩΡΑ: Ελλάδα 1986 ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 75’
ΜΟΥΣΙΚΗ: Δημήτρης Παπαδημητρίου
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Φίλιππος Κουτσαυτής
ΠΑΙΖΟΥΝ: Γιάννης Αβδελιώδης, Νίκος Μειωτέρης, Κατερίνα Γεωργακώδη, Μαρίνα Δεληβοριά, Δήμος Αβδελιώδης, Τάκης Αγορής κ.α.

ΚΑΙ ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ: Η φιλία δυο αγοριών σ’ ένα χωριό στη Χίο το 1960, καθώς η σχολική χρονιά πλησιάζει στο τέλος της, και η ανεμελιά του καλοκαιριού ξεδιπλώνεται μπροστά τους, είναι η αφορμή για τούτη την εκπληκτική ταινία του Αβδελιώδη. Ο ένας βοηθά τη μητέρα του στη συλλογή της μαστίχας, όπου τα δέντρα θα πρέπει να πληγωθούν προκειμένου να να γίνει η έκκρισή της. Ο άλλος έχει χαράξει και ακολουθεί ένα μοναχικό δρόμο, προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί από την αυταρχική μάνα του που συνηθίζει να τον κυνηγά για να του τις «βρέξει». Πάνω σ’ ένα τέτοιο κυνηγητό θα γνωριστούν για να ακολουθήσουν την κοινή τους καλοκαιρινή πορεία.

Ο Αβδελιώδης κινηματογραφεί με ευαισθησία τους πιτσιρίκους του καθώς βαδίζουν ανάμεσα στην απαστράπτουσα φύση. Εντάσσει την κάμερα στο βλέμμα τους για να δει τον κόσμο με τα δικά τους μάτια, που γεμάτα περιέργεια προσπαθούν να δουν ότι τους περιβάλει, προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο των μεγάλων αλλά και το απέραντο της φύσης. Γιατί τα δυο αγόρια ξέρουν ότι αποτελούν μέρος της είναι κληρονομιά τους που πρέπει να αφήσουν και στις άλλες γενιές. Τα αγόρια ακροβατούν ανάμεσα στο παιχνίδι και τις δουλειές που τους αναθέτουν στο μυστήριο και την αφέλεια στην επιθετικότητα και και την αγαλλίαση την ανεμελιά και τη σοβαρότητα. Η ταινία δεν είναι μια αναφορά στη εφηβεία δεν είναι μια επιστροφή στη γενέθλια γη, αλλά ένα λαμπερό ποίημα για τον άγνωστο τόπο που κάποτε ζήσαμε. Ο Αβδελιώτης με το δωρικό του βλέμμα στραμμένο στο ελάχιστο, στο ταπεινό, στο γνωστό, αιφνιδιάζει, πληρώνοντας της αισθήσεις μας.

Παναγιώτης Καρώνης



«Η νοσταλγία για μένα είναι η επιθυμία που όλοι οι άνθρωποι έχουμε να επιστρέψουμε στην αθωότητά μας· η αθωότητα είναι μια πολύ δυνατή και ωραία αίσθηση, είναι αυτή που μας κάνει να θαυμάζουμε τον κόσμο, να βλέπουμε κάτι και να νομίζουμε ότι το βλέπουμε για πρώτη φορά. Την αίσθηση αυτή σιγά σιγά τη χάνουμε, επειδή οι δυνατότητες του μυαλού μας καταλαμβάνονται από τον τρόπο που μαθαίνουμε να ζούμε τη ζωή με τις λιγότερες απώλειες, ένας διαρκής δηλαδή συμβιβασμός με το κοινωνικό φαινόμενο, κάτι που είναι πραγματικό και αναγκαίο και δεν μπορούμε να το αποφύγουμε. Έχω την ελπίδα ότι καταδείχνοντας αυτή την επιστροφή στο χρόνο, στο χώρο της αθωότητας, είναι σαν να αγγίζει κάποιος και την αίσθηση των άλλων και έτσι να κάνει τους ανθρώπους πιο μαλακούς στη λειτουργία των αισθήσεων, αλλά κυρίως να προβάλει μέσα τους ένα μοντέλο ζωής που χρησιμοποιεί το παρελθόν, για να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες για το τώρα. Και αυτό το τώρα συνήθως ταυτίζεται και με την έννοια του μέλλοντος. Για μένα όμως έχει μεγαλύτερη σημασία στην περιοχή του τώρα να εναποτίθεται αυτή η μάθηση και αυτή η αίσθηση των πραγμάτων».

Δήμος Αβδελιώδης





Βραβεία:

«Ειδική Μνεία Της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης»

«Βραβείο Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ταινιών Νεότητας, Φεστιβάλ Βερολίνου»

Χρυσός Ελέφαντας Καλύτερης Ταινίας, Αργυρός Ελέφαντας Σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Νέου Δελχί».

«Ειδική Μνεία Της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών κινηματογράφου

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

«Βραβείο Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ταινιών Νεότητας, Φεστιβάλ Βερολίνου

«Επίσημη Συμμετοχή, Εβδομάδα Κριτικής, Φεστιβάλ Καννών, 1987



ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ (Από το ένθετο του DVD)

Η ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

«ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΓΡΑΨΩ την ταινία. Είναι ένα αριστούργημα, γεμάτο ποίηση, που πατάει πάνω στο εξαιρετικό, στο ασυνήθιστο της κοινοτοπίας. Η χώρα του σκηνοθέτη Δήμου Αβδελιώδη, ο γενέθλιος τόπος του, είναι κατασκευασμένος από έναν ευαίσθητο καλλιτέχνη που κάνει εικόνα αυτό που οι άλλοι δεν «βλέπουν» γύρω τους. Το φιλμ σε συνεπαίρνει, σε εμβάλλει στην ατμόσφαιρα του. Και το κυριότερο: δεν είδα ούτε έναν θεατή που να μη βγήκε από κει μέσα μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο και ήμερος. Λες κι όλοι είχαμε συναντήσει, μετά από είκοσι χρόνια, παλιούς συμμαθητές που δεν άλλαξαν ούτε εμείς αλλάξαμε. Ο Αβδελιώδης, με πενιχρά μέσα και δίχως να ξοδέψει «δύναμη», έκανε το «τίποτα» ένα θαύμα».

Μαλβίνα Κάραλη (περιοδικό Γυναίκα)

«Η ΜΕΓΑΛΗ έκπληξη του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου το «Δέντρο που πληγώναμε» προβλήθηκε στο… πληροφορικό τμήμα, για μεγάλη οργή των θεατών που αποθέωσαν στη συνέχεια το νεαρό σκηνοθέτη Δήμο Αβδελιώδη. Έκτοτε ήρθε η αναγνώριση της ταινίας με το βραβείο των Κριτικών Κινηματογράφου, το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου έργου και το βραβείο Κέντρου Νεότητας στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Το «Δέντρο που πληγώναμε» είναι μια εξαιρετική ιδιόμορφη ταινία, που έχει τη φαινομενική απλότητα της λαϊκής ζωγραφικής των «ναΐφ» καλλιτεχνών, αλλά που πάλλει από λυρισμό, ευαισθησία, δροσιά και αισιοδοξία. Ό,τι ακριβώς λείπει από τον υπόλοιπο ελληνικό κινηματογράφο. Ο Δήμος Αβδελιώδης μας μεταφέρει στα προσωπικά του βιώματα στη Χίο του ‘60, όπου οι μικροί ήρωες του θα ζήσουν ένα ιδανικό ελεύθερο καλοκαίρι, χωρίς την ευνουχιστική παρουσία των μεγάλων και τις απαγορεύσεις του δασκάλου. Όμως τούτη η πρόσκαιρη ελευθερία έχει το τίμημα της και τα δάκρυα των δύο μικρών φίλων θα συμπέσουν με τα δάκρυα του μαστιχόδενδρου, του «δένδρου που πληγώναμε», που με το «είναι ο πρώτος νέος Έλληνας σκηνοθέτης που δεν παραπέμπει σε κανέναν ξένο σκηνοθέτη, αλλά ακολουθεί ένα δικό του δρόμο έκφρασης. Φαινομενικά το «Δέντρο που πληγώναμε» μοιάζει να μην έχει αισθητική συνοχή, γιατί απουσιάζει ένας κεντρικός αφηγηματικός ιστός. Όμως το σινεμά του Αβδελιώδη υπακούει σ’ ένα ορισμένο σύστημα: μικρές ενότητες που δεν ολοκληρώνονται πάντοτε δραματουργικά, ερασιτέχνες ηθοποιοί που τονίζουν την αυθεντικότητα των παραστάσεων, συχνές διπλοτυπίες που ενώνουν τα πλάνα, δίνουν μια ρευστότητα, μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής και καταργούν την παραδοσιακή γραμματική του σινεμά».

Μ. Ακτσόγλου (Ελεύθερος τύπος, 4-4-87)

«…Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΠΛΗΞΗ ήταν ο εκ Χίου «ερασιτέχνης» του σινεμά Δήμος Αβδελιώδης, με το «Δέντρο που πληγώναμε». Είναι η παιδική ανάμνηση στη μητρική γη, στη Χίο, στα μαστιχόδεντρα που «δακρύζουν». Είναι μια ταινία κάθαρσης, με αισθήματα, με ρυθμούς, με φως (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Μια ταινία που προϋποθέτει τις σωστές βάσεις για την πραγμάτωση της τέχνης: Ευαισθησία, ποίηση, αισιοδοξία (και πόσο την έχουμε ανάγκη), πίστη, ουμανισμό/ Ένα φιλμ με παιδιά (τα «χειρίζεται» έξοχα ο Αβδελιώδης), που μας παραπέμπει στον «Πόλεμο των κουμπιών» του Υβ Ρομπέρ και που καθήλωσε ακόμα και τους λάτρεις των «κλειστών» κατασκευών».

Δ. Δανίκας (Ριζοσπάστης, 2-10-86)


«…ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ από τα μουσικά «Τοπία» του Δημήτρη Παπαδημητρίου, ο πρωτοεμφανιζόμενος Δήμος Αβδελιώδης ζωγραφίζει τα δικά του, της παιδικής ηλικίας και της νοσταλγίας, της Χίου και των αρχών του ‘60, της ευαισθησίας και της σκληρότητας, της δροσιάς και του χιούμορ, του πανηγυριού και της υπαίθρου, των μαστιχόδεντρων και του καταγάλανου ουρανού, της ερωτικής αφύπνισης και του ήλιου. Πραγματικά, αν κάτι χαρακτηρίζει τούτη τη γεμάτη φρεσκάδα, ειλικρίνεια κι αμεσότητα ταινία, είναι το φως. Του καλοκαιριού και του νησιού, μα και της συνείδησης. Που χαϊδεύει τα μικρά μεγέθη, αναπληρώνει τις τεχνικές ελλείψεις και τις επιμέρους αδυναμίες, προκαλεί απρόσμενα κι ευχάριστα σπινθηρίσματα, τολμάει ν’ αντιμετωπίσει τη ζοφερή συνθήκη των ημερών μας».

Α. Τυρός (Το Βήμα, 5-4-87)

«ΜΑΣ ΑΡΕΣΕΙ να σκύβουμε πάνω στην παιδική μας ηλικία, σαν πάνω σ’ ένα καθρέφτη, που θα μας ξανάστελνε την εικόνα μας, καθαρμένη από τις παραμορφώσεις και τις αμαρτίες. Ξανανιωμένη από την αθωότητα. Συνήθως αυτό το αίτημα μας από τον κινηματογράφο καταλήγει σε μια γλυκερή εικονογράφηση, σε μία αγιογραφική πλαστότητα, σ’ ένα υπερσυναισθηματικό σαλιάρισμα. Γιατί η αθωότητα του παιδιού είναι άλλη από εκείνη που του ζητάμε. Είναι άμεση και απόλυτη προσέγγιση στη ζωή, χωρίς προκαθορισμούς και αναστολές και γι’ αυτό περιέχει συγχρόνως τη γλύκα και τη σκληρότητα, την αδηφαγία και το μυστήριο. …Ο Δήμος Αβδελιώδης, στο «Δέντρο που πληγώναμε» ισορροπεί ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, στο οικείο και στο μυστηριακό, στο πράο και στο άγριο. Κατορθώνει να μας ξεπλένει από το συσσωρευμένο ρύπο της ζωής κι από τα βαρίδια των χρόνων, με πολύ λίγες παραχωρήσεις στην παραδοσιακή απεικόνιση της παιδικής ηλικίας. Αντίρροπα, προσφέρει μια πρωταρχική αίσθηση, μιαν αληθινή επιστροφή στις πηγές των πρώτων συγκινήσεων. …Το φιλμ ζωντανεύει προνομιακά τις πρωτογενείς εμπειρίες των παιδιών. Ήρεμα και τρυφερά, αλλά εσωτερικά, και με όλη την οξύτητα, την ένταση, τη βιαιότητα αυτών των εμπειριών. Πρώτα η φύση, ως πηγή ζωής, χαρά ς και μαζί ανησυχίας. Η εξερεύνηση των μυστηρίων της, η περιπέτεια της επαφής με τις θεμελιακές δυνάμεις, που μας ορίζουν: ο ήλιος, το νερό, το χρώμα, τα δέντρα (και τα μαστιχόδεντρα που τα «πληγώνουν» για να βγει το μαστίχι), τα ζώα και η θάλασσα, τοπίο άγνωστο στοιχείο.

…Ως αληθινός ποιητής, ο Δήμος Αβδελιώδης κατορθώνει να μας χαρίσει εκείνη τη μαγική διάσταση της αποκαλυπτικής αίσθησης: Όταν τα πράγματα έχουν χαθεί ή όταν δεν έχουν ακόμη κατακτηθεί, τότε υπάρχουν και ακτινοβολούν περισσότερο. Ιδίως η ευτυχία».

Γ. Μπακογιαννόπουλος (Η Καθημερινή, 3-4-87)


«…Η ΤΑΙΝΙΑ είναι βασισμένη σε προσωπικές εμπειρίες του ίδιου του σκηνοθέτη, εμπειρίες που καταγράφουν μια ευαίσθητη ηλικία, το πέρασμα δηλαδή από την παιδική στην εφηβική ζωή. Μια ταινία δοσμένη με φρεσκάδα και τρυφερότητα – από ένα μάτι που κοιτάζει τα πράγματα και τους ανθρώπους με την αθωότητα και την αφέλεια ενός νέου ποιητή. Γιατί πάνω απ’ όλα, η ταινία του Αβδελιώδη είναι μια ποιητική ταινία. Μια ταινία που καταγράφει τα αισθήματα, τις σχέσεις, την εποχή με τη φύση (το μάζεμα της μαστίχας από «Το δέντρο που πληγώναμε», αλλά και οι περίπατοι και οι εκδρομές των παιδιών στους διάφορους χώρους του νησιού), την ατμόσφαιρα του καλοκαιριού αλλά και την αίσθηση (μαζί με τη δύναμη), της μνήμης, με έναν τρόπο εντελώς ασυνήθιστο για τον ελληνικό κινηματογράφο».

Φ. Ν. Μικελίδης (Ελευθεροτυπία, 3-4-86)


«ΜΕ ΠΟΛΥ ΑΠΛΑ και φτωχά μέσα, ο Αβδελιώδης ανέτρεξε και κατάγραψε κάποιες μνήμες της παιδικής ηλικίας. Μνήμες και αισθήσεις, καταστάσεις και μικροπεριπέτειες που έχουν σημαδέψει σχεδόν όλους, κάποια καλοκαίρια στη θάλασσα, σε ελαιώνες και χωράφια που χτυπιούνται από τον εκτυφλωτικό καλοκαιριάτικο ήλιο, στο χωριό με τη θυελλώδη και έτοιμη για τα πάντα παρέα. Παρατηρώντας αυτή τη «θερινή αποχαλίνωση» ο σκηνοθέτης αποφεύγει το σχόλιο και κάθε μεγαλόστομο συναισθηματισμό. Άλλωστε, διατηρεί με συνέπεια την απομάκρυνση του από τον άσκοπο διάλογο, πράγμα που συντείνει στην πιο αποτελεσματική άρθρωση της λιτότητας και της οικονομίας που τον διακρίνει, κατάφερε ένα πολύ διασκεδαστικό ράπισμα στην υπαρξιακή κρίση, στο στείρο διανοουμενισμό και στον προκαθορισμένο λαϊκισμό, θυμίζοντας μας πόσο απλό είναι να σκέφτεσαι απλά κι όχι απλοϊκά και να παρατηρείς ήρεμα και νηφάλια τις καίριες ανθρώπινες καταβολές, επιστρατεύοντας τρυφερότητα και χιούμορ».

Κ. Πάρλας (Πρώτη, 3-4-86)



«ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ της παιδικής ηλικίας είναι δυνατόν να μετατραπεί σε υγρό κελί φυλακής για οποιονδήποτε δημιουργό. Η ταινία του Δήμου Αβδελιώτη έρχεται από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, αποφεύγει το έρμα των ηθικολογιών και ξετυλίγει τον μίτο της στη Χίο στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Αυτοβιογραφικοί συνειρμοί και θύμισες χορεύουν ταγκό με την μυθοπλαστική αφήγηση. Το τέλος του καλοκαιριού βρίσκει τη φιλία δύο αγοριών να περνά κρίση. Ο ένας βοηθά τη μητέρα του στα μαστιχόδεντρα, όπου θα πρέπει να «πληγωθούν» για να κατεβάσουν δάκρυα μαστίχας. Ο δεύτερος ακολουθεί έναν μοναχικό δρόμο, προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί από την αυταρχική μητέρα του. Θα συναντηθούν τυχαία στα σοκάκια του χωριού, ενώνοντας τις τύχες τους και μοιραζόμενοι τα βιώματά τους. Η de facto αθωότητα ενός παιδιού δεν έχει να κάνει με τη ζαχαρένια πιπίλα της νοσταλγίας και των άμωμων παιδικών χρόνων. Ο Δήμος Αβδελιώτης εδώ προσεγγίζει με ευαισθησία την ατόφια νοηματοδότηση των πρωταρχικών δομών της ζωής. Για τους δύο ήρωες ό,τι αγγίζουν, ότι τους περιβάλλει, αποκτά ειδικό βάρος. Προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο των μεγάλων, τη δύναμη της πλάσης που εκτείνεται ολόγυρά τους. Τα παιδιά της ταινίας σχοινοβατούν ανάμεσα στο μυστήριο και την αφέλεια, στην επιθετικότητα και το παιχνίδι, στη μοχθηρότητα και την αγαλλίαση. Ο φακός του σκηνοθέτη μοιάζει με τσουγκράνα που σκάβει στο λεπτό υπόστρωμα της πολύπλοκης προεφηβικής ψυχοσύνθεσης. Η ταινία προσφέρει πρωτίστως στο θεατή το παραμελημένο αγαθό της ευγένειας. Απαλείφει τον υπερθετικό βαθμό και στρέφει το βλέμμα του στο ταπεινό, το ελάχιστο, το μεγαλειώδες δηλαδή. Ένας κινηματογράφος δωρικός, αιφνιδιαστικός για τις αισθήσεις και γεμάτος από το νέκταρ της ποίησης».

Νίκος Κουμπουρλής (Ο Kόσμος του Eπενδυτή - περιοδικό Culture)

«ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ μια ελληνική ταινία για την οποία δεν ντρέπεται κανείς. Δεν εγκρίθηκε για το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ίσως για την κάποια απλοϊκή της αφέλεια, όμως ακριβώς αυτή η αφέλεια έχει μια ειλικρίνεια που δεν την έχουν ούτε ο Αγγελόπουλος ούτε ο Κακογιάννης (οι δυο μας «διεθνείς») και η ειλικρίνεια αυτή δείχνει πως το μέλλον του δημιουργού της ταινίας Δήμου Αβδελιώδη ξεκινάει τίμια και σωστά. Και πολύ γοητευτικά. Γιατί εκείνο το ελληνικό νησιώτικο χωριό που ψήνεται στον ήλιο, με τα παιδιά και τους μεγάλους του, με τις γιορτές και τα παιχνίδια, τον ξωβεργάρη και τα γαϊδουράκια στο μπάνιο, με το γλυκό σκυλί και το χαριτωμένο γατάκι και τέλος τα θαυμάσια εκείνα τρυφερά παιδιά, όλα είναι μια μαγεία. Μια ελληνική μαγεία».

Ροζίτα Σώκου (Απογευματινή, 3-4-87)








Ιστοσελίδα για την ταινία στο imdb: Κλικ εδώ

Ιστοσελίδα για την ταινία στο Ε.Κ.Κ.: Κλικ εδώ

Δείτε σκηνές της ταινίας στο TouTube: Κλικ εδώ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

τοπικά

Φιλικά